Γράφει ο Ερμής:

Συνέχεια από 1ο μέρος

Η ζωή της είχε τελειώσει, πριν αρχίσει και η Ερεζίτα που δεν είχε πλέον μήτε αυταπάτες, μήτε κουράγιο για να κυνηγήσει χίμαιρες, αποφάσισε να προσμένει απλώς να παιχτεί η τελευταία σκηνή και να κλείσει η αυλαία άηχα και απλά.

Η Μοίρα όμως δεν είχε την ίδια άποψη μ’ εκείνη, διότι ένιωθε πως είχε κάνει ένα μεγάλο λάθος που όφειλε να διορθώσει έστω και αργά. Για να πετύχει τον σκοπό της, ζήτησε αρχικά τη βοήθεια του γερο –Χρόνου, αλλά εκείνος ήταν ανένδοτος.

«Όχι. Το παρόν είναι παρόν, το παρελθόν – παρελθόν και το μέλλον – μέλλον. Οι δείκτες του ρολογιού δεν γυρίζουν προς τα πίσω και κανείς δεν έχει δικαίωμα να αλλάξει ό,τι έχει συμβεί», της είπε και η Μοίρα, απογοητευμένη, σκέφτηκε ότι δεν θα κατάφερνε να υλοποιήσει το σχέδιό της.

Όταν όμως επισκέφτηκε τη φίλη της, τη Μάγισσα του δάσους και συζήτησε το πρόβλημά της, εκείνη είχε διαφορετική άποψη.

«Ανοησίες. Ο γερο – Χρόνος είναι συντηρητικός και στενόμυαλος. Όλα μπορούν να συμβούν, αν βρεθεί ο τρόπος. Και για την πραγματοποίηση της επιθυμίας σου, η λύση θα δοθεί με τη βοήθεια της μαγείας».

Η Μοίρα κοιτούσε τη φίλη της με δυσπιστία, προσπαθώντας να καταλάβει τι εννοούσε. Η Μάγισσα του δάσους όμως δεν της έδωσε περισσότερες εξηγήσεις. Σηκώθηκε από την καρέκλα της και πήγε στο εργαστήρι της. Η Μοίρα την ακολούθησε αμίλητη και εκεί την είδε να παίρνει ένα μπολ και να ρίχνει αρχικά μέσα σ’ αυτό μερικές σταγόνες από τρία διαφορετικά μπουκαλάκια που περιείχαν μπλε, πράσινο και κόκκινο υγρό και στη συνέχεια μερικές πρέζες από ένα μπαχαρικό και ένα φτερό από λευκό πουλί. Έπειτα πήρε μια ξύλινη κουτάλα και ανακάτεψε καλά όλα τα υλικά, μέχρι που διαλύθηκαν. Όταν το μίγμα έγινε ομοιογενές και είχε τη μορφή υγρού, το έριξε σε ένα γυάλινο μπουκαλάκι, βγήκε από το σπιτάκι της και το ύψωσε στο φως του ήλιου, λέγοντας κάποιες ακατανόητες λέξεις. Το υγρό έγινε εντελώς διάφανο και τότε η Μάγισσα του δάσους ξαναμπήκε στο σπίτι και έδωσε το μπουκαλάκι στη Μοίρα.

«Φρόντισε να πέσουν στο κεφάλι της Ερεζίτας μερικές σταγόνες από το υγρό», της είπε και της εξήγησε το σχέδιο της που ενθουσίασε τη φίλη της.

Την επόμενη κιόλας ημέρα, η Μοίρα ζήτησε τη βοήθεια του Ζέφυρου που πήρε το μπουκαλάκι, πέταξε ψηλά ανάμεσα στα σύννεφα και τους ζήτησε να χαρίσουν ακόμα μια φορά τη βροχή τους στους ανθρώπους.

Εκείνα, ακούγοντας τον λόγο που κρυβόταν πίσω από το αίτημά του, δεν έχασαν ούτε μια στιγμή και μέσα σ’ ελάχιστο χρόνο ο ουρανός σκοτείνιασε και μια δυνατή μπόρα έκανε απότομα την εμφάνισή της.

Η Ερεζίτα καθόταν στην αγαπημένη της πολυθρόνα και κοιτούσε έξω από το παράθυρο. Βλέποντας όμως τη βροχή, στηρίχθηκε στο μπαστουνάκι της και σιγά – σιγά περπάτησε και βγήκε στον κήπο. Οι σταγόνες της βροχής έπεσαν ευεργετικές στο σώμα της και μούσκεψαν τα μαλλιά και το πρόσωπό της. Μαζί με αυτές και οι σταγόνες από το υγρό της Μάγισσας του δάσους που φρόντισε να ρίξει το σύννεφο που στεκόταν πάνω από το σπίτι της.

Οι δυσάρεστες αναμνήσεις πολιόρκησαν ξανά την καρδιά και το μυαλό της και καθώς η Ερεζίτα ευχήθηκε αυτήν τη φορά η βροχή να της χάριζε επιτέλους την πολυπόθητη ευτυχία, το σώμα της άρχισε να μεταμορφώνεται. Μέσα σε λίγα λεπτά η ανθρώπινη μορφή της χάθηκε και η Ερεζίτα έγινε ένας όμορφος ερωδιός. Απορημένη, περιεργαζόταν τα φτερά και τα μακριά πόδια της και ενώ δεν μπορούσε να καταλάβει τι είχε συμβεί, άκουσε ξαφνικά μια φωνή να της λέει.

«Σε αδίκησα και έπρεπε να επανορθώσω».

«Ποια είσαι», ρώτησε η Ερεζίτα αντικρίζοντας μπροστά της τη Μοίρα.

«Είμαι η Μοίρα. Δυστυχώς, κάποιες φορές κάνω λάθη και υπάρχουν άνθρωποι που γνωρίζουν αναίτια τη δυστυχία. Συνήθως προλαμβάνω τις καταστάσεις και ο πόνος τους απαλύνεται. Μ’ εσένα όμως δεν πρόλαβα να δράσω εγκαίρως. Σου χαρίζω λοιπόν την αθανασία και παρόλο που δεν θα έχεις πια ανθρώπινη μορφή, θα είσαι ανεξάρτητη και θα μπορείς να πετάς μακριά, όταν και όποτε θέλεις. Η υπομονή σου, έστω και αργά ανταμείβεται και ελπίζω ότι με κάποιον τρόπο θα καταφέρεις να γίνεις ευτυχισμένη».

Η Ερεζίτα αδυνατούσε να συνειδητοποιήσει τη νέα κατάσταση και την απότομη αυτή αλλαγή. Ευχαρίστησε όμως τη Μοίρα, κοίταξε για τελευταία φορά το σπίτι της και έπειτα πέταξε μακριά. Τις επόμενες ημέρες είχε φτιάξει τη φωλιά της κοντά στη λίμνη που υπήρχε βαθιά στο δάσος και καθώς τελειοποίησε το πέταγμά της και αγνάντευε τον κόσμο από ψηλά, ένιωσε για πρώτη φορά τι σημαίνει ευτυχία και ελευθερία.

ΤΕΛΟΣ

Η εικονογράφηση δημιουργείται με τη βοήθεια τεχνητής νοημοσύνης, ακολουθώντας πιστά τις πρωτότυπες περιγραφές της συγγραφέως.