Ο Μιλτιάδης Μαλακάσης (1869 – 1943) ανήκε στη γενιά των ποιητών του νεοελληνικού λυρισμού.

Καταγόταν από πλούσια οικογένεια του Μεσολογγίου στο οποίο έζησε την παιδική του ηλικία. Το 1885 μετακόμισε στην Αθήνα για να σπουδάσει στη Νομική, αλλά δεν αποφοίτησε ποτέ.

Χάρη στην οικονομική ευμάρεια της οικογένειάς του κατάφερε να αφοσιωθεί στην ποίηση, τη λογοτεχνία και τη μετάφραση έργων.

Όντας υπέρμαχος της χρήσης της δημοτικής γλώσσας, ίδρυσε το 1904 μαζί με τον Κωνσταντίνο Χατζόπουλο και τον Λάμπρο Πορφύρα την εταιρία «Εθνική Γλώσσα» για την προβολή και την καθιέρωση της δημοτικής.

Το 1908 εγκαταστάθηκε με τη σύζυγό του Ελίζα Δεληγεώργη (κόρη του πρώην πρωθυπουργού Επαμεινώνδα Δεληγεώργη) στο Παρίσι, όπου συνδέθηκε, χάρη στη φιλία του με τον ελληνογάλλο ποιητή Ζαν Μωρεάς, με τους εκπροσώπους της Μετασυμβολικής Γαλλικής Ρομανικής Σχολής.

Το 1917 και ενώ είχε επιστρέψει στην Ελλάδα από το 1915, διορίστηκε κοσμήτορας και αργότερα διευθυντής της βιβλιοθήκης της Βουλής, θέση που διατήρησε ως το 1935.

Το 1924 τιμήθηκε με το Εθνικό Αριστείο Γραμμάτων και το 1932 ως το 1939 διετέλεσε πρόεδρος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών.

Στις 10 Νοεμβρίου 1940 προσυπέγραψε μαζί με άλλους ομότεχνους την Έκκληση των Ελλήνων Διανοουμένων προς τους Διανοούμενους ολόκληρου του Κόσμου που καταδίκαζε την ιταλική επίθεση και ευαισθητοποίησε την παγκόσμια κοινή γνώμη ενάντια στον φασισμό.

Ο Μαλακάσης πέθανε στο πέθανε στο νοσοκομείο Ευαγγελισμός από καρκίνο το 1943.

Το έργο του τοποθετείται στη Νέα Αθηναϊκή Σχολή και τον νεοελληνικό λυρισμό των αρχών του 20ου αιώνα, ενώ παρουσιάζει έντονες επιδράσεις από τον γαλλικό συμβολισμό και ιδιαίτερα από τον Ζαν Μωρεάς. Διακρίνεται από μελωδικότητα και αρτιότητα του στίχου, αλλά και έντονη μελαγχολία που εκφράζεται μέσω των περιγραφών της φύσης και των αναφορών σε νοσταλγικές εικόνες.

Στὸ κοχύλι

Μέσα στὸ κοχύλι κλείνω

Φλάουτα καὶ βιολιά

Τὴν ψυχή μου παραδίνω

Σ᾿ ἄυλη ἀγκαλιά.

Ὤ! δὲν ξάνοιξαν τὰ μάτια,

Μήτ᾿ ὁ πλάνος νοῦς,

Τ᾿ ἀθεμελίωτα παλάτια

Στοὺς ὠκεανούς!

Ρίχνω σίδερα, ἁλυσίδες

Τρίγυρες, βαρειές,

Τὶς παλιές μου τὶς φροντίδες,

Τὶς ἀπελπισιές.

Κι ὅπως ζῶ στιγμὲς τὶς ὦρες,

Ὧρες τοὺς καιρούς,

Δρέπω καὶ στὶς ἄγριες μπόρες,

Ρόδα τοὺς ἀφρούς.

Ἔξω ἀπὸ τὸν ἴδιο ἐμένα,

Πρώτη μου φορά,

Μὲ τοῦ γλάρου τ᾿ ἀνοιγμένα

Πέτομαι φτερά.

Καὶ βυθῶ μὲ τὸ δελφίνι

Ποὺ ἄστραψε μὲ μιᾶς,

Μὲς στὴν ἀπεραντοσύνη

Τῆς ἀλησμονιᾶς…

Στὸ κοχύλι μέσα κλείνω

Φλάουτα καὶ βιολιά…

Δάκρυα καὶ θυμοί

Ζοφερὸ ἕνα γνέφος στέκει

Μὲς στὰ μάτια σου τὰ δυό,

Κλεῖ βροχή, γι᾿ ἀστροπελέκι;

Σκιάζομαι ποὺ τὰ θωρῶ.

Κι ἂν τὸ δεύτερο, ἂς μὲ κάψει

Τοῦ θυμοῦ σου ὁ κεραυνός,

Μ᾿ ἂν τὸ πρῶτο, ποιὰ θὰ κλάψει

Σὰν ἐσένανε, καὶ ποιὸς

Ὁ σκληρόκαρδος ἐκεῖνος

Ποὺ ὅ,τι κι ἂν τὸν τυραννᾷ,

Σὰν ξεσπᾷ παρόμοιος θρῆνος,

Ὅλα αὐτὰ δὲν τὰ ξεχνᾷ;…