Ο Ιωάννης Γρυπάρης (1870–1942) ήταν εκπαιδευτικός, μεταφραστής των αρχαίων τραγικών και ποιητής.
Γεννήθηκε στη Σίφνο και μεγάλωσε στην Κωνσταντινούπολη, όπου φοίτησε στη Μεγάλη του Γένους Σχολή, ενώ το 1888 μετέβη στην Αθήνα για να σπουδάσει φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Το 1892 διέκοψε τις σπουδές του και επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί εργάστηκε ως ελληνοδιδάσκαλος, συνδέθηκε με το δημοτικιστικό κίνημα και εργάστηκε ως συντάκτης στη Φιλολογική Ηχώ, ενώ συνίδρυσε με τον Κώστα Χατζόπουλο και τον Γιάννη Καμπύση το πρωτοποριακό περιοδικό Η Τέχνη (1898), που ανανέωσε το λογοτεχνικό τοπίο της εποχής.
Το 1897 επέστρεψε στην Αθήνα και πήρε το πτυχίο του στη φιλολογία. Από το 1897 και ως το 1911 εργάστηκε ως καθηγητής Μέσης Εκπαίδευσης, ενώ το 1911 παντρεύτηκε και έφυγε με υποτροφία στην Ευρώπη (Ιταλία, Γερμανία, Γαλλία) ως το 1914.
Στη συνέχεια επέστρεψε στην Ελλάδα και υπηρέτησε στην εκπαίδευση, ενώ από το 1923 διετέλεσε τμηματάρχης Γραμμάτων και Τεχνών στο Υπουργείο Παιδείας και από το 1930 έως το 1936 καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου.
Ως ποιητής εξέδωσε μία μόνο συλλογή εν ζωή, με τίτλο Σκαραβαίοι και Τερρακότες (1919) στην οποία συγκέντρωσε ποιήματα που είχε γράψει νωρίτερα και είχε δημοσιεύσει σε περιοδικά και εφημερίδες. Το ποιήματα αυτά ήταν επηρεασμένα από τον παρνασσισμό και τον συμβολισμό και η συλλογή τιμήθηκε με το Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών.
Σημαντικότερο έργο του θεωρείται, από τους ιστορικούς λογοτεχνίας, η προσφορά του στις μεταφράσεις αρχαίων τραγικών, Αισχύλου, Σοφοκλή, Ευριπίδη, αλλά και έργων των Πλάτωνα, Ομήρου, Γκαίτε, Χάινε και άλλων. Οι μεταφράσεις του θεωρούνται κλασικές και αποτέλεσαν τη βάση για την αναβίωση του αρχαίου δράματος στις Δελφικές Εορτές.
Ο Γρυπάρης πέθανε από πείνα στην Κατεχόμενη Αθήνα το 1942.

Μάθε τὸν πόνο…


Μάθε τὸν πόνο τὸ γερὸ
βουβὸς στὰ δόντια σου ν᾿ ἀλέθεις.
Χύνε τῆς λήθης τὸ νερὸ
μὲς στὸ τρελὸ κρασὶ τῆς μέθης.
Θὰ πάει κι αὐτὸ μίαν ὀμορφιὰ
καὶ πρὶν νὰ γύρει ἀκόμα ὁ χρόνος,
ἔχει ὁ Θεός, τὰ ἑφτὰ καρφιὰ
θὲ νὰ μᾶς βάλει ὁ νέος πόνος.
Ὅριζε, μοῖρα τῶν μοιρῶ,
ἐσὺ ποὺ γνέθεις καὶ ξεγνέθεις,
Χύνε τῆς λήθης τὸ νερὸ
μὲς στὸ τρελὸ κρασὶ τῆς μέθης.

Τρελὴ Χαρά


Μὲ γυμνὸ πόδι στὰ πλούσια τὰ λουλούδια,
μὲ ξέπλεγα στὶς αὖρες τὰ μαλλιά της,
πετᾷ ἡ τρελὴ Χαρὰ μὲ τὰ τραγούδια,
παιδούλα δροσερὴ σὰ μοσχομπάτης.
Σὰν πεταλούδα βελουδένια χνούδια
τινάζει ἀπ᾿ τὰ πολύχρωμα φτερά της
καὶ στὰ τετράξανθά της τὰ πλεξούδια
κάτι ἀντιφέγγει σὰ μεσημεριάτης.
Καὶ τὴ χαρά της δὲν κρατάει στὰ στήθια,
μὰ ἐκεῖ ποῦ τρελὰ κράζει: τί μοῦ λείπει;
νὰ σοῦ πετιέται ἀπὸ τὰ κουφολίθια
ἡ γριὰ ἡ Ἠχὼ καὶ τῆς φωνάζει: ἡ λύπη!
εἶμαι γριὰ καὶ ξέρω· μόνον ἂν πάθῃς,
μπορεῖς καὶ τί ῾ναι ἡ χαρὰ νὰ μάθῃς.
(Σκαραβαῖοι καὶ τερακότες)