Γράφει ο Ερμής:
Βρισκόταν πάντοτε εκεί. Σ’ εκείνη τη γειτονιά όπου μεγάλωσε, ωρίμασε, έζησε, πόνεσε, γέλασε, χάρηκε και δημιούργησε τις αναμνήσεις του. Άλλες καλές, άλλες κακές και άλλες αδιάφορες και ίσως ασήμαντες για την πορεία του, αλλά συνάμα σημαντικές για τον δικό του μικρόκοσμο.
Έναν κόσμο που περικλειόταν και αναπτυσσόταν με επίκεντρο αυτήν τη γειτονιά για την οποία, έπειτα από τόσα χρόνια, παρέμενε ο μοναδικός μάρτυρας της αλλαγής της.
Παρατηρητής των μικρών ψηφίδων που μετατοπίζονταν, άλλαζαν θέση και μετέβαλλαν το σύνολο της οπτικής απεικόνισης. Μάρτυρας τετελεσμένων γεγονότων κα ακροατής της περιγραφικής μνήμης ανθρώπων που έζησαν εκεί πριν από αυτόν και τώρα είχαν φύγει, παραδίνοντάς του ως βαρύ κληροδότημα τη μεταλαμπάδευση των ιστοριών στις νεότερες γενιές.
Ο κόσμος άλλαζε και εκείνος, καθώς συνέχιζε να παρατηρεί όσα συνέβαιναν γύρω του, ήξερε ότι η μεγαλύτερη και χειρότερη αλλαγή ήταν η αδιαφορία. Η αδιαφορία που σαν ανίατη αρρώστια κατέτρωγε τον κοινωνικό πυρήνα και διέλυε ανελέητα τον κοινωνικό ιστό.

Κοιτούσε συχνά τον δρόμο από το μπαλκόνι του. Τριγύρω έστεκαν οι ίδιες πολυκατοικίες που γερνούσαν μαζί του, οι περισσότερες πια αφρόντιστες στο σύνολό τους, θύματα από τη μια πλευρά της ασυνεννοησίας των ιδιοκτητών και από την άλλη της υπενοικίασης σε περαστικούς και προσωρινούς ενοίκους που δεν είχαν καμιά πρόθεση να δέσουν τη ζωή τους με αυτό το μικρό κομμάτι της πόλης.
Αναπολούσε τα χρόνια που ήταν παιδί και η μνήμη ανέσυρε καθημερινές σκηνές καθαριότητας, φροντίδας και τη μυρωδιά της λάτρας που απέπνεε μια αίσθηση λάμψης και φρεσκάδας. Τώρα, έμποροι καταστημάτων, καθαριστές πολυκατοικιών, αλλά ακόμα και κάποιοι οδοκαθαριστές συνήθιζαν να πετούν τα σκουπίδια μέσα στα φρεάτια που βούλωναν και δεν καθαρίζονταν ποτέ. Η απόπειρα της υποτιθέμενης καθαριότητας είχε μετατραπεί σε μια πράξη διόγκωσης της ρυπαρότητας που έβαζε τη σφραγίδα της σε κάθε γωνιά του δρόμου.
Και η βρωμιά δεν ήταν δυστυχώς η χειρότερη αλλαγή. Ούτε οι σπασμένες πλάκες πεζοδρομίου, ούτε η παράνομη στάθμευση, ούτε η κατάληψη κάθε ελεύθερης γωνιάς. Υπερείχε όλων ο φόβος. Ο φόβος για τις συνέπειες αντίδρασης στην αγένεια, στην παραβατικότητα, στην εκμετάλλευση, στην περιθωριοποίηση της νομιμότητας, της ευγένειας, της ηρεμίας και της διατάραξης της ασφάλειας.
Και εκείνος, που συνέχιζε να ζει σ’ αυτό το κομμάτι του κόσμου και να παρατηρεί ό,τι συνέβαινε, ένιωθε πλέον μόνος. Ξένος σ’ αυτήν τη γειτονιά που γνώριζε κάθε σημαντική στιγμή της, που την είχε δει να ακμάζει και όπου κάποτε ένιωθε ότι ήταν γι’ αυτόν το σπίτι, το κρησφύγετο, το προστατευτικό κουκούλι. Τώρα όλα είχαν εξαφανιστεί και μια απέραντη θλίψη τον είχε κυριεύσει. Θλίψη για ό,τι διαλύθηκε και χάθηκε εξαιτίας της ανικανότητας και της αμέλειας εκείνων που όφειλαν λειτουργήσουν προστατευτικά.

Το χαμόγελο παραχώρησε τη θέση του στην ειρωνεία, η ευγενής άμιλλα στον ανήθικο και δίχως όρια ανταγωνισμό, ο σεβασμός στην παρενόχληση και το ενδιαφέρον για τον συνάνθρωπο στη δυσφήμιση και την εξαθλίωση των ικανών και των άξιων που δεν βροντοφωνάζουν την επιτυχία και καταπνίγουν τη ματαιοδοξία και την αυτοπροβολή.
Και σ’ αυτόν τον κόσμο που μεταπήδησε από τη δόξα στην πτώση και την παρακμή, μοναδικός παρατηρητής εκείνος και οι λεύκες του δρόμου που εξακολούθησαν πεισματικά να αντέχουν και να επιβιώνουν.
Η εικονογράφηση δημιουργείται με τη βοήθεια τεχνητής νοημοσύνης, ακολουθώντας πιστά τις πρωτότυπες περιγραφές της συγγραφέως.