Ο Ανδρέας Τυπάλδος Λασκαράτος θεωρείται ο κυριότερος συνδετικός κρίκος ανάμεσα στην Επτανησιακή και την Α΄ Αθηναϊκή Σχολή, ενώ υπήρξε σημαντικός σατιρικός ποιητής και δημοσιογράφος.

Καταγόταν από παλιά αριστοκρατική οικογένεια της Κεφαλονιάς και γεννήθηκε στο Ληξούρι το 1811. Σε ηλικία δώδεκα ετών πήγε στο Αργοστόλι και φοίτησε στη Σχολή του Κάστρου. Οι πρώτοι του δάσκαλοι ήταν οι Ιάκωβος Βαπτιστής Μπαρτολότσι και Νεόφυτος Βάμβας που τον διδάξαν ιταλικά και αρχαία ελληνικά, ενώ αργότερα υπήρξε μαθητής και των Ανδρέα Κάλβου και Διονυσίου Σολωμού.

Χάρη στη βοήθεια του θείου του κόντε Δελλαδετσίνα, διορίστηκε ως βοηθός στη Γραμματεία της Ιονίου Γερουσίας και σπούδασε στη Νομική Σχολή του Ιονίου Πανεπιστημίου.

Αργότερα, επέστρεψε στην Κεφαλονιά και εργάστηκε στο Ειρηνοδικείο, ενώ από το 1836 ως το 1839 έζησε στο Παρίσι. Στη συνέχεια μετέβη στην Ιταλία, όπου πήρε το δίπλωμα του δικηγόρου και έγραψε τα πρώτα του ποιήματα.

Το 1841 επέστρεψε στο Ληξούρι και υπηρέτησε ως Δικαστής μέχρι τον θάνατο του πατέρα του το 1844. Τον επόμενο χρόνο ταξίδεψε στην Κρήτη για να μελετήσει τον λαϊκό πολιτισμό της και με την επιστροφή του στην πατρίδα του παντρεύτηκε με την Πηνελόπη Κοργιαλένειου με την οποία απέκτησε εννέα παιδιά.

Στα κείμενά του, που εκδίδονταν στο οικογενειακό περιοδικό «Λύχνος», κατέκρινε την ανηθικότητα και την αδικία, ενώ στηλίτευε τη στάση των εκπροσώπων της πολιτικής και της θρησκευτικής ζωής του τόπου. Οι θέσεις του που δημοσιεύτηκαν στο έργο του «Μυστήρια της Κεφαλονιάς», προκάλεσαν τον αφορισμό του και αναγκάστηκε να φύγει αρχικά για τη Ζάκυνθο και μετέπειτα για το Λονδίνο, προκειμένου να γλυτώσει από τις απειλές κατά της ζωής του.

Ωστόσο, παρά τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε, δεν σιώπησε και συνέχισε να δημοσιεύει τις ιδέες του, με αποτέλεσμα να φυλακιστεί για τέσσερις μήνες.

Εξαιτίας της κριτικής που άσκησε στον τότε διάδοχο του θρόνου, με το ποίημά του «Νανάρισμα», οδηγήθηκε σε κλείσιμο του περιοδικού του «Λύχνος» και βρέθηκε ξανά αντιμέτωπος με τον κίνδυνο φυλάκισης, αλλά κατάφερε να απαλλαγεί χάρη σε επιστολή που έστειλε στον Βασιλιά.

Το 1901 και λίγο πριν το θάνατό του, άρθηκε ο αφορισμός του, έπειτα από εισήγηση του νέου Δεσπότη Κεφαλονιάς Γεράσιμου Δώριζα.

Τὸ Ληξούρι

(1936 ἀφιέρωση)

Ὅντις ῾μπορῇ ἕνας σ᾿ ὅλους νὰ χαρίζῃ

Καὶ στὸν ἴδιο καιρὸ νὰ μὴν τοὺς δίνῃ,

ἤθελ᾿ εἶναι κακία νὰ ξεχωρίζῃ

Ἕνανε, καὶ τοὺς ἄλλους νὰν τσ᾿ ἀφίνῃ.

Ἔτσι καὶ τὴ Λαμπρὴ ὁ παπᾶς μας στήνει

Τὴ λαμπάδα του σ᾿ ὅποιον τὴν ὁρίζει

Γιατὶ, ὅσο κι ἂν ἀνάβουνε ἀπὸ ᾿κείνη,

Τίποτα τοῦ παπᾶ δὲν τοῦ στοιχίζει.

Ποὺ ἂν ἤτανε νὰ χάνῃ ὂχ τὴ λαμπάδα

Τρεῖς τέσσαρες σταξοῦλες, δύο, μία,

Τότε ναίσκε ἤθελ᾿ εἶναι φρονημάδα

Νὰ βαλθῇ κι ὁ παπὰς σὲ οἰκονομία.

Καὶ πλέον ὂχ τὴ λαμπάδα τοῦ παπᾶ

Νὰ μὴν ἀνάβῃ πάρι ἡ παπαδιά.

Ἔτσι κι ἐγὼ μ᾿ αὐτὸ τὸ ποιηματάκι

Ὁποὺ τώρα τυπώνω,

Μικρό, χαροποιὸ κι ἀλαφρουλάκι,

Σ᾿ ὅλους σας τ᾿ ἀφιερώνω.

Καὶ δίνω τὸ δικαίωμα στὸν καθένα,

Εἰς σὲ λιγολογία,

Νὰ ῾πῇ: «Τοῦτο ἀφιερώθηκε σ᾿ ἐμένα.»

Κι ἂς τὸ χαρ« μὲ ὑγεία.

Ξεκαθαρίζω ἀκόμη,

Καὶ τοῦτο μὲ τὴν ἄδεια τοῦ Δεσπότη,

Καὶ μὲ στέρεά μου γνώμη,

Πῶς ἀκούω, διορίζω καὶ θέλω, ὅτι,

Καλόγηροι, παπᾶδες,

᾿Παντρεμένες, ἀνύπαντρες κοπέλες,

Καλόγρηες, ἀσκητᾶδες,

Νηὲς ὤμορφες, καὶ γρηὲς μὲ σοτανέλες,

Ὅλοι, γιὰ ῾πινομή μου,

Νἄχουνε μέρος στὴν ἀφιέρωσή μου.

Σοβαρὰ κάποια

(1851 Λονδίνο)

Εἰκώνα ἀγαπητὴ τῆς γυναικός μου,

Τώρα ἔλα καν᾿ ἐσὺ στὴ συντροφιά μου.

Κατοίκα πάντα μέσα στὴν καρδιά μου,

Καὶ φύλαμε ὂχ τσὴ πλάνεσες τοῦ κόσμου.

Ἐσὺ γιὰ ῾μὲ Προστάτης Ἄγγελός μου,

Ἄμεμπτα φύλαε τὰ πατήματά μου

Καὶ προτοῦ σκοτισθοῦν᾿ τὰ λογικά μου,

Πρόλαβε, τρέξε σὺ καὶ λάμψε ἐμπρός μου.

Ναί, τὸ φῶς σου ᾿ξυπνάει τὴν ἀρετή μου,

Καὶ πιστόνε σ᾿ ἐσένα μὲ βαστένει.

Γιατὶ τόσο σ᾿ αἰσθάνομαι ᾿δική μου,

Τόσο μὲ τὴ ψυχή μου ζυμωμένη,

Ποῦ δὲν ἠξέρω πλέον στὴ διαλογή μου

Πῶς νὰ σὲ ῾πῶ: γυναίκα μου ἢ ψυχή μου.