Ο Βλαντίμιρ Βλαντίμιροβιτς Μαγιακόφσκι γεννήθηκε στο Μπαγκντάτι της Γεωργίας το 1893 και ήταν το τρίτο και τελευταίο παιδί της οικογένειάς του.

Η μητέρα του είχε ουκρανική καταγωγή και οι πρόγονοι του πατέρα του, που εργαζόταν ως δασοφύλακας, ήταν Κοζάκοι.

Το 1906 ο πατέρας του πέθανε και η οικογένεια μετακόμισε στη Μόσχα, όπου ο Μαγιακόφσκι ενδιαφέρθηκε για την πολιτική και συμμετείχε από την ηλικία των 14 ετών σε σοσιαλιστικές διαδηλώσεις.

Σταδιακά τα επόμενα χρόνια μελέτησε τη μαρξιστική λογοτεχνία, λάμβανε μέρος σε εκδηλώσεις του Ρωσικού Σοσιαλιστικού Δημοκρατικού Κόμματος Εργαζομένων και στρατολογήθηκε στους Μπολσεβίκους.

Η ενασχόλησή του με την πολιτική, τον οδήγησε επανειλημμένα στη φυλακή στην ηλικία των δεκαέξι ετών, όπου ξεκίνησε να γράφει ποιήματα. Την ίδια περίοδο, εγκατέλειψε το σχολείο, εξαιτίας της οικονομικής δυσπραγίας της μητέρας του για κάλυψη των διδάκτρων. Μετά την αποφυλάκισή του, εργάστηκε για το σοσιαλιστικό κίνημα και όταν έγινε δεκαεννέα ετών εισήχθη ως φοιτητής στη Σχολή Καλών Τεχνών της Μόσχας, από την οποία όμως αποβλήθηκε τρία χρόνια αργότερα λόγω της πολιτικής του ενασχόλησης.

Μέχρι ο 1914 συνέχισε να υπηρετεί καλλιτεχνικά τον Φουτουρισμό και το 1915 δημοσιεύτηκε το ποίημά του «Σύννεφο με παντελόνια», που καθιέρωσε τη φήμη του στη Ρωσία και το εξωτερικό.

Όταν ξέσπασε η Οκτωβριανή Επανάσταση, ο Μαγιακόφσκι βρισκόταν στην Αγία Πετρούπολη και όταν επέστρεψε στη Μόσχα εργάστηκε στο Ρωσικό πρακτορείο τηλεγραφίας, όπου δημιουργούσε σατυρικά πόστερ.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του, ταξίδεψε στην Ευρώπη και την Αμερική,  συμμετείχε στο Αριστερό Μέτωπο και στα τέλη του 1920 κατέκρινε την κατάσταση της Σοβιετικής Ένωσης και τη διακυβέρνηση του Ιωσήφ Στάλιν.

Στην προσωπική του ζωή είχε αποκτήσει μια κόρη από την Έλι Τζονς, την οποία γνώρισε σε μια περιοδεία του στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής.

Στις 14 Απριλίου 1930 ο Μαγιακόφσκι αυτοπυροβολήθηκε και υπήρξαν φήμες που δεν απεδείχθησαν ποτέ, ότι δεν αυτοκτόνησε, αλλά δολοφονήθηκε κατ’ εντολή του Στάλιν.

Σύννεφο μὲ παντελόνια

Τὴν σκέψη

στὸ πλαδαρὸ μυαλό σας ποὺ ὀνειρεύεται,

σὰν ὑπηρέτης λαίμαργος σὲ καναπὲ λιγδιάρικο

μὲ τὴν καρδιὰ κουρέλι ματωμένο θὰ ἐρεθίσω·

χορταστικὰ χλευαστικός, ξεδιάντροπος καὶ καυστικός.

Οὔτε μιὰ γκρίζα τρίχα δὲν ἔχω στὴν ψυχή,

μήτε τῶν γηρατειῶν τὴν στοργή!

Μέγας ὁ κόσμος μὲ τῆς φωνῆς τὴ δύναμη

ἔρχομ᾿ ὄμορφος,

στὰ εἰκοσιδυό μου χρόνια.

Τρυφεροί μου!

Ἀφῆστε τὸν ἔρωτα στὰ βιολιά.

Εἶναι βάρβαρο στὰ τύμπανα νὰ μένει.

Καὶ δὲν μπορεῖτε νὰ φέρετε τὰ πάνω κάτω ὅπως ἐγώ,

ὥστε νὰ μείνουν μόνο τὰ χείλη.

Ἐλᾶτε νὰ μάθετε –

ἀπ᾿ τὸ βελούδινο σαλόνι

τοῦ τάγματος τῶν ἀρχαγγέλων τὸ πρωτόκολλο

ποὺ ἤρεμα τὰ χείλη ξεφυλλίζει

ὅπως ἡ μαγείρισσα τὸ βιβλίο τῶν συνταγῶν.

Πηγαίνετε –

Ἡ σάρκα πάει νὰ μὲ τρελάνει

-κι ὅπως ἀλλάζει χρῶμα ὁ οὐρανός-

Πηγαίνετε –

θὰ εἶμαι ἄψογα τρυφερός,

δὲν εἶμαι ἄντρας ἐγώ, εἶμαι ἕνα σύννεφο μὲ παντελόνια!

Πὼς ἡ ὁλάνθιστη Νίκαια ὑπάρχει δὲν πιστεύω!

Καὶ πάλι θὰ ὑμνήσω

τοὺς ἀραχτοὺς σὰ νοσοκομεῖα ἄντρες

καὶ τὶς παλιὲς σὰν παροιμίες γυναῖκες.

Εἰσ.-μτφρ.: Δημήτρης Τριανταφυλλίδης, ἐκδόσεις Ἁρμός, 2008