Από την Ισμήνη Χαρίλα

Αύριο. Ένα επίρρημα πέντε γραμμάτων που υποδηλώνει μια στιγμή στον χρόνο, άλλοτε αόριστη ή συγκεκριμένη και άλλοτε επιφορτωμένη είτε με τη βεβαιότητα ή έστω την ελπίδα πραγμάτωσης των αναμενόμενων γεγονότων, είτε με τον φόβο της αποτυχίας, της προδοσίας και της απογοήτευσης.

Και αυτή η στιγμή, η τόσο ανασφαλής και συνάμα υποσχόμενη, σφίγγει τα σχοινιά από το δίχτυ της αγωνίας με τα οποία έχει δέσει τη Λίλι, την ηρωίδα του έργου της Ίντιθ Γουόρτον, «Το σπίτι της ευθυμίας», που δημοσιεύτηκε έξι χρόνια πριν από το έτερο μυθιστόρημά της «Ήθαν Φρομ», στο οποίο η δημιουργός πραγματεύεται ξανά το θέμα της ευτυχίας και της κατάκτησής της.

Η Λίλι είναι μια νεαρή γυναίκα, εξαιρετικά όμορφη, μορφωμένη και καλλιεργημένη που μεγάλωσε στους αριστοκρατικούς κύκλους της Νέας Υόρκης στις αρχές του 20ου αιώνα. Η οικονομική ευμάρεια της οικογένειάς της, της προσέφερε τη δυνατότητα να ανατραφεί γνωρίζοντας την ανεμελιά και την εύκολη υλοποίηση στόχων που χαρίζουν τα χρήματα σ’ εκείνους που τα διαθέτουν. Δυστυχώς, η χρεωκοπία του πατέρα της, η αυτοκτονία του, αλλά και ο θάνατος της μητέρας της, έφεραν τη Λίλι σε μια δυσάρεστη θέση από την οποία προσπαθεί να απεμπλακεί χρησιμοποιώντας τη μοναδική οδό που μπορεί να της εξασφαλίσει οικονομική άνεση, δηλαδή τον γάμο με κάποιον πλούσιο.

Μέσα από την περιγραφή της καθημερινότητας της, η Γουόρτον αναβιώνει στα μάτια του αναγνώστη την περίοδο της Επίχρυσης εποχής της Νέας Υόρκης. Μια εποχή κατά την οποία η παλιά αριστοκρατία ξεκίνησε να συναναστρέφεται τους νεόπλουτους μεγιστάνες της βιομηχανίας και του χρηματιστηρίου και ο κόσμος άρχιζε να εγκαταλείπει την παλιά δομή του και να αναδημιουργείται.

Η Λίλι, αντιμέτωπη με την φτώχεια που συμβολίζει γι’ αυτήν έναν εφιάλτη που δεν θέλει να βιώσει, επιθυμεί να συνεχίσει να ζει στον κόσμο όπου μεγάλωσε και γνωρίζει. Σε αντιδιαστολή όμως με τη Ρόζα, την ηρωίδα του Γρηγορίου Ξενόπουλου στον «Κατήφορο», δεν είναι διατιθεμένη να δώσει γη και ύδωρ για να ξαναγίνει πλούσια. Η ηθική της υπερνικά τους πειρασμούς και τη στηρίζει στη διατήρηση της αξιοπρέπειάς της, έστω κι αν η τελευταία την οδηγεί στην ένδεια, την ταπείνωση και εντέλει στον θάνατο που την ανυψώνει στα μάτια εκείνων που την κατηγόρησαν άδικα για σφάλματα που δεν ήταν δικά της.

Η Γουόρτον βλέπει τη γυναικεία πλευρά της ηρωίδας της, την κατανοεί και τη μετουσιώνει σε πρότυπο θυματοποίησης μιας κοινωνίας που υποκρίνεται, υπηρετεί τον υλισμό και την εξωτερική εικόνα, είναι κάλπικη και προδίδει την εντιμότητα και τη δικαιοσύνη. Η γυναίκα εξακολουθεί να είναι υποχείριο και αντικείμενο εκμετάλλευσης, όχι μόνο των ανδρών, αλλά και των ομοφύλων της, δέσμια της βούλησης του περιβάλλοντός της που επιβάλλει τον γάμο ως προϋπόθεση σχετικής ελευθερίας και σεβασμού. Και ξανά, σε αντιδιαστολή με τη Ρόζα που τυφλώνεται από τη σαρκική επιθυμία και τον υλισμό, η Λίλι νικά τα πάθη της και μάχεται για να υπερασπιστεί τα όνειρά της, ακόμα και όταν συνειδητοποιεί ότι δεν υπάρχει πλέον ελπίδα. Και ενώ η Ρόζα απορρίπτεται από τον Ξενόπουλο λόγω της άρνησής της να δεχτεί την επιλογή της διαφυγής, η Λίλι εγκλωβίζεται σ’ έναν μονόδρομο πτώσης, αφού η Γουόρτον δεν αποσκοπεί στην ανάδειξη των κινδύνων, όπως ο Ξενόπουλος, αλλά στην καταγγελία τους.

Κάθε άνθρωπος έχει εξάλλου τον δικό του χαρακτήρα που διαμορφώνεται βάσει του περιβάλλοντος στο οποίο ζει. Η κοινωνία, η οικογένεια, αλλά και η παιδεία που θα λάβει το άτομο είναι οι τρεις βασικοί πυλώνες που ευθύνονται για την γαλούχησή του. Υιοθετώντας επομένως τις θέσεις του Ντετερμινισμού από την πλευρά των Νατουραλιστών, η Γουόρτον δεν αισιοδοξεί για τη λύτρωση της Λίλι, επειδή το ψυχολογικό, κοινωνικό και ηθικό υπόβαθρο των ανθρώπων του κύκλου της είναι πολύ συγκεκριμένο και οι τελευταίοι εξαιρετικά απόλυτοι στην απόπειρά τους να καλύψουν τον βόρβορο που τους κατακλύζει. Η στενομυαλιά τους χαρακτηρίζει σε κάθε περίπτωση, αφού, όπως διευκρινιστικά σχολίαζει και η Γουόρτον, «διέθεταν μια δύναμη άρνησης που εξαφάνιζε οτιδήποτε ξεπερνούσε το δικό τους πεδίο αντίληψης».

Κατά συνέπεα, η Λίλι αναδεικνύεται από τη συγγραφέα σε σύμβολο των γυναικών που ταπεινώνονται, ευτελίζονται, περιθωριοποιούνται με κάποιο τρόπο από την ίδια την κοινωνία και μένουν μόνες και δυστυχισμένες.

«Για μια ραγισμένη καρδιά χωρίς ανθρώπινη παρηγοριά κοντά της, ένα δωμάτιο μπορεί να προσφέρει σχεδόν μια ανθρώπινη αγκαλιά και το πλάσμα για το οποίο δεν υπάρχουν τέσσερις τοίχοι που να σημαίνουν κάτι ξεχωριστό απ’ όλους τους υπόλοιπους, είναι καταδικασμένο σε εξορία παντού». Και η Λίλι δεν έχει κανέναν για να τη στηρίξει. Ούτε καν εκείνους που βοήθησε η ίδια, θυσιάζοντας την ύστατη πιθανότητα λυτρωμού της.

Και αφού η τέχνη δεν έχει παρθενογένεση, οι λογοτεχνικοί ήρωες επαναλαμβάνονται, αναζητώντας έναν έτερο συνομιλητή ή διαφωνούντα που θα προκαλέσει τη συλλογιστική αποτύπωση του νοήματος των πράξεων ή των λόγων τους. Ο Εμίλ του Ζαν Ζακ Ρουσσώ, η Λίλι της Ίντιθ Γουόρτον και η Ρόζα του Γρηγορίου Ξενόπουλου. Τρεις ήρωες με διαφορετικό υπόστρωμα που εκφράζουν όμως μια κοινή αλήθεια, δηλαδή ότι η ζωή ενός ανθρώπου δεν θα λάβει ποτέ θετικό πρόσημο, αν ο ίδιος δεν επαναστατήσει ενάντια στους φραγμούς που του ορίζουν οι άλλοι.